αράχνη


αράχνη
[арахни] ουσ. Θ. паук,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αράχνη" в других словарях:

  • αράχνη — αράχνη, η και αράχνα, η το γνωστό έντομο που φτιάχνει το λεπτό ιστό, την αραχνιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀράχνη — spider s web fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀράχνης spider masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράχνῃ — ἀράχνη spider s web fem dat sg (attic epic ionic) ἀράχνης spider masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αράχνη — I Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του πορφυροβάφου Ίδμωνα που κατοικούσε στην Ύπαιπα της Λυδίας. Ήταν τόσο φημισμένη για τη δεξιοτεχνία της στην υφαντική και στο κέντημα, που ακόμα και οι νύμφες του Τμώλου και του Πακτωλού έτρεχαν να θαυμάσουν τη… …   Dictionary of Greek

  • ἀράχναι — ἀράχνη spider s web fem nom/voc pl ἀράχνᾱͅ , ἀράχνη spider s web fem dat sg (doric aeolic) ἀράχνης spider masc nom/voc pl ἀράχνᾱͅ , ἀράχνης spider masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργυρονήτης — Αράχνη βαθυπράσινη, μήκους 2 εκ. Ζει μέσα σε στάσιμα νερά, στις βόρειες και κεντρικές περιοχές της Ευρώπης. Για τον τρόπο της ζωής της λέγεται και υδραράχνη· μέσα σε ένα άδειο κοχύλι ή σε μια σχισμή του βυθού ή και στερεώνοντας το νήμα του πάνω… …   Dictionary of Greek

  • ἀραχνᾶν — ἀράχνη spider s web fem gen pl (doric aeolic) ἀράχνης spider masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραχνῶν — ἀράχνη spider s web fem gen pl ἀράχνης spider masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράχναις — ἀράχνη spider s web fem dat pl ἀράχνης spider masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράχνην — ἀράχνη spider s web fem acc sg (attic epic ionic) ἀράχνης spider masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)